Παρουσίαση του αστυνομικού μυθιστορήματος του Χρήστου Μαρκογιαννάκη «Στον 5ο όροφο της Νομικής»

Την Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014 στις 20:00 έγινε η παρουσίαση του αστυνομικού μυθιστορήματος του Χρήστου Μαρκογιαννάκη «Στον 5ο όροφο της Νομικής», Εκδόσεις Φερενίκη, 2014, στο Salon de Bricolage , από τους:
Χριστίνα Ζαραφωνίτου, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
Χρήστο Ε. Μαρκογιαννάκη, Αντιπρόεδρο της Βουλής, Δικηγόρο
Χρήστο Ζαμπούνη, εκδότη
Aποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε ο ηθοποιός Γιώργος Πυρπασόπουλος


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΑΡΑΦΩΝΙΤΟΥ
Είναι μια ευτυχής συγκυρία αλλά και πρόκληση η αποψινή, να συμμετέχω στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου ενός αγαπητού μου φοιτητή και μάλιστα όχι ενός εγκληματολογικού συγγράμματος αλλά ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Μετά την πρώτη έκπληξη, λοιπόν, με μεγάλη χαρά αποδέχθηκα την πρόσκληση του Χρήστου.
Τον Χρήστο Μαρκογιαννάκη τον γνωρίζω σχεδόν μια δεκαετία, από την αρχή των μεταπτυχιακών του σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια συνεργαζόμαστε λίγο στενότερα λόγω της διδακτορικής του διατριβής την οποία επιβλέπω, με θέμα «H αναπαράσταση της ανθρωποκτονίας, του δράστη και της τιμωρίας της στη γαλλική ζωγραφική του 19ου αιώνα». Και λέω λίγο στενότερα αντί για πολύ ή αρκετά στενότερα, επειδή ζει πλέον στο Παρίσι, όπου και δραστηριοποιείται σε μια σειρά τομείς που συνδέουν το έγκλημα με την τέχνη. Έτσι, αυτός ο άριστος μεταπτυχιακός και πολλά υποσχόμενος υποψήφιος διδάκτορας, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του και σε έναν επιπλέον τομέα που έμμεσα μόνο συνδέεται με την Εγκληματολογία.
2
Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τη λέξη «έμμεσα» όταν αναφέρομαι στη σύνδεση της λογοτεχνίας οιασδήποτε μορφής ή και άλλων μορφών τέχνης, όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος ή ακόμα και η μουσική με την εγκληματολογία, εφόσον όλα τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία έμμεσης παρατήρησης διαφόρων όψεων του εγκληματικού φαινομένου. Έτσι, η εγκληματολογική έρευνα μπορεί να αναζητήσει ως πηγές πληροφοριών για τη μελέτη του εγκλήματος, των εγκληματογόνων παραγόντων, της ποινής και του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης μια σειρά τεκμήρια στα οποία αποτυπώνονται τα ίχνη των υπό εξέταση φαινομένων. Τα τεκμήρια αυτά, αν και έμμεσα, μπορούν να μας δώσουν σημαντικές πληροφορίες ιδίως για εποχές που δεν υπήρχαν πλήρεις στατιστικές καταγραφές ή αρχεία δικαστικών καταγραφών.
Όμως, η μεγαλύτερη αξία αυτών πηγών πληροφόρησής μας για το συνολικό εγκληματικό φαινόμενο έγκειται στον εμπλουτισμό των γνώσεών μας σχετικά με τις ανεπίσημες κοινωνικές αντιδράσεις, τις στάσεις των πολιτών, του περιβάλλοντος στο οποίο εκτυλίσσονται τα περιστατικά και κυρίως των στεγανών που χαρακτηρίζουν κλειστές κοινότητες στα αδιαφανή όρια των οποίων πολλά εγκλήματα μένουν για πάντα εγκλωβισμένα. Από την άλλη πλευρά, μέσα από τις πηγές αυτές γίνεται εμφανής η απόδοση αρνητικών χαρακτηρισμών επί ορισμένων ατόμων με καταστροφικές συνέπειες στη ζωή τους. Δεν είναι καθόλου σπάνιο να υπάρχει ακόμα και άτυπη απονομή δικαιοσύνης που παρουσιάζεται ως «θεία δίκη» ή το ως «δίκιο των πολλών».
Έτσι ο κανόνας, η κύρωση, το έγκλημα, ο εγκληματίας, το θύμα και η κοινωνία αναδεικνύονται μέσα από τηn «πραγματική» τους διάσταση, συνδέονται, περιπλέκονται και αλληλεπιδρούν. Τα γεγονότα, τα συναισθήματα, οι καταστάσεις είναι στοιχεία όχι μόνο ενός λογοτεχνικού έργου αλλά και της πραγματικότητας.
Τα εγκλήματα που αποτελούν συνήθως αντικείμενο λογοτεχνικής μεταφοράς είναι τα εγκλήματα βίας: Ανθρωποκτονία, βιασμός, κακοποίηση ανηλίκων και γενικά αδύναμων κλπ. Εκεί η προσέγγιση αγγίζει το ατομικό – κλινικό επίπεδο των πρωταγωνιστών. Ενδεικτικά βέβαια τα κλασικά έργα της διεθνούς λογοτεχνίας, με αδιαμφισβήτητη την προεξάρχουσα θέση του έργου του
3
Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και τιμωρία», καθώς και της ελληνικής λογοτεχνίας με ιδιαίτερη αναφορά στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Στα έργα αυτά παρέχεται η δυνατότητα να πλησιάσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η εγκληματική συμπεριφορά αλλά και τις διαδικασίες διαμόρφωσης της ατομικής εκδήλωσής της.
Έτσι ερχόμαστε κοντά στους μηχανισμούς «περάσματος στην πράξη» σύμφωνα με την εγκληματολογική θεωρία που παρουσιάζεται ιδιαίτερα διεξοδικά από τον καθηγητή Ιάκωβο Φαρσεδάκη στο βιβλίο του «εγκληματολογική σκέψη». Θεμελιωτής της «εγκληματολογίας του περάσματος στην πράξη» ήταν ο Manouvrier – διάσημος γάλλος ανθρωπολόγος, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα προσδιόρισε τις 4 ουσιώδεις προϋποθέσεις της ως εξής: ηθική, ποινική, υλική και συγκινησιακή. Έτσι, ο δράστης θα διαπράξει το έγκλημά του εάν δεν συγκρατηθεί από την ηθική αποδοκιμασία, την επαπειλούμενη ποινή, τις δυσχέρειες υλοποίησης του εγκλήματος και το κακό που προκαλεί στο θύμα.
Στον 20ό αιώνα οι λεγόμενες κλινικές προσεγγίσεις εκφράζονται μέσα από τον Βέλγο DeGreef ως «φάσεις της ψυχικής διαδικασίας» του δράστη έτσι ώστε η αδιαμόρφωτη συναίνεση να πρέπει να εξελιχθεί σε διαμορφωμένη συναίνεση, κρίση-απόφαση και εκτέλεση ώστε να ολοκληρωθεί το πέρασμα στην πράξη.
Οι συνεχιστές του ρεύματος αυτού, προσεγγίζουν το θέμα ανάλογα με την οπτική τους. Για παράδειγμα, ο Σουηδός εγκληματολόγος Kinberg εξηγεί το πέρασμα στην πράξη μέσα από τη σχέση που δημιουργείται μεταξύ δύο ομάδων δυνάμεων: της ώθησης και εκείνων της αντίστασης. Ενώ, ο Γάλλος εγκληματολόγος Pinatel θεωρεί ως σημαντικότερες τις ψυχολογικές ιδιότητες της λεγόμενης «εγκληματικής προσωπικότητας» που διαμορφώνουν τις συνθήκες του περάσματος στην πράξη βάσει του βαθμού έντασης ορισμένων εξ αυτών. Αυτές οι ιδιότητες είναι: ο εγωκεντρισμός, η αστάθεια, η επιθετικότητα ή η απάθεια του δράστη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιβάλλον υπό τη στενή ή ευρεία έννοια δεν είναι σημαντικό. Αντίθετα! Είναι πολύ σημαντικό τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Δεν προκαθορίζει αλλά επηρεάζει τις συμπεριφορές και για το λόγο αυτό το μελετάμε επισταμένα με στόχο την ανάπτυξη κοινωνικοπροληπτικών πολιτικών,
4
μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων, μέσα από την εκπαίδευση, την οικογένεια, τον ελεύθερο χρόνο, τη γειτονιά και την ποιότητα ζωής εν γένει. Στο πλαίσιο αυτό είναι περισσότερο από επίκαιρη η φράση του Raymond Boudon ότι η μελέτη των κοινωνικοπεριβαλλοντικών παραγόντων κάνει την εγκληματική συμπεριφορά κατανοήσιμη όχι όμως προκαθορισμένη.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι μια ιδιαίτερη μορφή λογοτεχνίας που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην εξιχνίαση του εγκλήματος δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ικανότητες του ερευνητή-ντεντέκτιβ να διαγνώσει τις ενδόμυχες ψυχικές και διανοητικές διαδικασίες του δράστη που θα ξεχωρίσει μεταξύ των πιθανών υπόπτων και θα αναγνωρισθεί τελικά ως ο δράστης ενός εγκλήματος που όσο και αν φαίνεται τέλειο, δεν είναι, έστω και αν ο δράστης δεν συλληφθεί γιατί πεθαίνει, όπως στην περίπτωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα. Με αφορμή το βιβλίο αυτό, αξίζει να σταθούμε και στο σημαντικό ρόλο του ηθικού αυτουργού ή των ηθικών αυτουργών που ενίοτε είναι σημαντικότερος από εκείνον του φυσικού αυτουργού.
Εκτός, όμως, από όσα αναφέραμε παραπάνω σχετικά με την προσέγγιση των πρωταγωνιστών και της προσωπικότητάς τους, το αστυνομικό μυθιστόρημα εστιάζει ιδιαίτερα και στις μεθόδους και τεχνικές εξιχνίασης μέσα από την εκμετάλλευση των ιχνών του εγκλήματος και τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας που όμως ελέγχεται σε απόλυτο βαθμό από την οξύτητα του πνεύματος και τη διαίσθηση του ερευνητή-ντεντέκτιβ. Θα έλεγα ότι αυτό το σημείο είναι το καθοριστικό για τον προσδιορισμό ενός μυθιστορήματος ως αστυνομικού. Πολλώ μάλλον που στο πλαίσιο αυτό, αναλύεται και ο ρόλος όχι μόνο της προσωπικότητας του ίδιου του ερευνητή αλλά και των μηχανισμών της αστυνομίας, της δικαιοσύνης ή της πολιτικής εξουσίας, με έμφαση στο στοιχείο της διαπλοκής και της διαφθοράς.
Αυτό που δεν διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο είναι το ευρύτερο περιβάλλον, εφόσον η πλοκή των αστυνομικών μυθιστορημάτων περιορίζεται συνήθως στο στενό περιβάλλον του δράστη και του θύματος.
5
Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης θα έλεγα ότι μάλλον διαφοροποιείται εν προκειμένω. Αν και δεν θίγει άμεσα ευρύτερα κοινωνικά θέματα που αφορούν όψεις της ανώτατης εκπαίδευσης, δημιουργεί τις συνθήκες έντονου προβληματισμού. Ο προβληματισμός δεν αφορά, βέβαια, τη μυθοπλασία που περιλαμβάνει το βιβλίο του και η οποία πολύ ελκυστικά συνδέει έναν τομέα επιστημονικής μελέτης του εγκλήματος με ένα πραγματικό έγκλημα αλλά περιφερειακά σημεία που τόσο έντεχνα έχει συμπεριλάβει στην πλοκή της αφήγησής του και αφορούν επιλογές, κριτήρια και διαδικασίες εξω-ακαδημαϊκές και εξω-θεσμικές που δυστυχώς δεν είναι και τόσο εξω-πραγματικές (ενίοτε).
Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν επιπρόσθετα το σημαντικό ρόλο των αξιοκρατικών συστημάτων που χαρακτηρίζουν όχι μόνο ορισμένες κοινωνικές ομάδες ή ορισμένα άτομα αλλά αντανακλούν το ευρύτερο κοινωνικό σύστημα σε δεδομένο χωροχρονικό πλαίσιο, όπως αντανακλάται μέσα από διάφορες μορφές τέχνης και εν προκειμένω την αστυνομική μυθοπλασία. Επειδή όλα τα παραπάνω στοιχεία δεν αποτελούν «αντικειμενικά» δεδομένα έρευνας και μελέτης, απαιτείται μεγάλη προσοχή στη χρήση τους και ένταξή τους στα όρια που η ιδιαιτερότητά τους θέτει, σύμφωνα και με τη σύγχρονη προσέγγιση της λεγόμενης Πολιτισμικής Εγκληματολογίας (“cultural criminology”)1. Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, πολιτισμικά προϊόντα, όπως είναι η κινηματογραφία, η λογοτεχνία, η μουσική κ.λπ., ως κεντρικά ζητήματα διερεύνησης τίθενται οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις του εγκληματικού φαινομένου, καθώς και η συμβολή τους στη διαμόρφωση των απόψεων και στάσεων του κοινού απέναντι στο έγκλημα.
Υπό αυτήν την έννοια, ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής κοκ δεν αποτελεί έναν παθητικό δέκτη της όποιας απεικόνισης του εγκλήματος, στη βάση της οποίας εν συνεχεία διαμορφώνει τις απόψεις και στάσεις του απέναντι στο εγκληματικό φαινόμενο, αλλά συνειδητά ή ασυνείδητα συμμετέχει στην αναδόμηση των μηνυμάτων μέσα από το φιλτράρισμά τους στις γνώσεις, εμπειρίες ή και τα βιώματά του. Κάπως έτσι θα εξηγούσε η προσέγγιση των κοινωνικών
1 Βλ. Ferrell, J. & Sanders, C. R., (eds), (1995). Cultural Criminology. Boston Mass.: Northeastern University Press.
6
αναπαραστάσεων και ο Serge Moscovici την αλληλεπίδραση που οδηγεί στη δημιουργία ευρύτερων πλαισίων κοινωνικών στάσεων και αντιλήψεων.
Το φιλτράρισμα στο οποίο προαναφερθήκαμε μπορεί να αναδείξει όχι μόνο συγκλίσεις μεταξύ της επιστημονικής προσέγγισης του εγκλήματος και της απεικόνισής του αλλά και μεγάλες αποκλίσεις με έντονο τον κίνδυνο διάδοσης λανθασμένων εντυπώσεων που αν λειτουργήσουν δημαγωγικά θα θέσουν προσκόμματα στην εφαρμογή μιας ορθολογικής αντεγκληματικής πολιτικής. Το βασικό στοιχείο επηρεασμού της λεγόμενης κοινής γνώμης είναι το συναίσθημα και ο εντυπωσιασμός, τα οποία αν επενδυθούν το μανδύα της αντικειμενικότητας και του ρεαλισμού, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τα στερεότυπα σχετικά με το συνολικό εγκληματικό φαινόμενο. Έτσι η εγκληματολογικές αναγνώσεις εντάσσονται και στο ρεύμα της «κοινωνικής αντίδρασης».
Στο σημείο αυτό θα άξιζε να αναφέρω εντελώς επιγραμματικά ορισμένες δικές μας ακαδημαϊκές εμπειρίες μέσα από τη χρήση παρόμοιων εναλλακτικών μεθόδων διδασκαλίας, όπως είναι το σεμινάριο με τίτλο «Οι Εγκληματολογικές αναπαραστάσεις στον κινηματογράφο» που πραγματοποιήθηκε επί μία 5ετία (2007-2012) στο πλαίσιο του μαθήματός μου Εμπειρική Εγκληματολογία του Τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, σε συνεργασία με τον καθ.κ.Ν.Κουράκη και το Εργαστήριο Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, και τον καθ.κ.Χρ.Τσουραμάνη (του οποίου ήταν η αρχική ιδέα) και το Σπουδαστήριο Κοινωνικών Μελετών του τμήματος ΔΙΚΣΕΟ του ΤΕΙ Μεσολογγίου. Στο πλαίσιο αυτό προβλήθηκαν επιλεγμένα κινηματογραφικά έργα και documentaires, όπως: Das Experiment (Το Πείραμα, 2001, Σκηνοθεσία: Oliver Hirschbiegel), Football Factory (2001, Σκηνοθεσία: Nick Love), Eduart (2005, Ελλάδα-Αλβανία, Σκηνοθεσία: Αγγελική Αντωνίου, Διάρκεια: 104’), Dead Man Walking (1995, ΗΠΑ), 12 Angry Men (1957, ΗΠΑ) και άλλα. Το ενδιαφέρον του εγχειρήματος επικεντρώθηκε στην πρόσκληση ειδικών ανάλογα με το θέμα και στη σχολιασμένη συζήτηση που ακολουθούσε και που αποτελούσε τη βάση για εκπόνηση εργασιών από τους συμμετέχοντες φοιτητές.
7
Ένα άλλο «εναλλακτικό» εγχείρημα αποτέλεσε η παρουσίαση εγκληματολογικών θεμάτων μέσα από τα παραμύθια, που διοργανώθηκε με τη συνεργασία της εγκληματολόγου κας Απειρανθίτου –η οποία απεδέχθη ένθερμα την πρότασή μου- και έλαβε χώρα στο Πάντειο Παν/μιο με αντικείμενο την αναπαράσταση της ποινικής δικαιοσύνης μέσα από τις ιστορίες του Χότζα, ενώ πρόσφατα είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με τον δρ. προφορικής λογοτεχνίας κ.Πελασγό για να ασχοληθούμε με το θέμα του φόβου του εγκλήματος όπως αναδεικνύεται από τα λαϊκά παραμύθια, σε μια εκδήλωση του Εργαστηρίου Μαιρηβή.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι για εμένα και η εμπειρία του μαθήματός μου στις φυλακές ανηλίκων που συνοδεύεται τα τελευταία χρόνια από ένα βιωματικό εργαστήριο ζωγραφικής.
Όμως, η σύνδεση της εγκληματολογίας ειδικά με τη λογοτεχνία έχει ενταχθεί στο πλαίσιο μαθήματος του συναδέλφου καθηγητή κ.Γ.Νικολόπουλου ο οποίος έχει συγγράψει μάλιστα αρκετά και πολύ ενδιαφέροντα άρθρα πάνω στο θέμα, ενώ το τελευταίο διάστημα έχουν εκπονηθεί διπλωματικές εργασίες μεταπτυχιακών μας φοιτητών πάνω σε κλασικά έργα αστυνομικής λογοτεχνίας (η πιο πρόσφατη διπλωματική είναι της κας Κοντού με θέμα «Η προβολή του εγκλήματος μέσα από την αστυνομική λογοτεχνία: το παράδειγμα του Arthur Conan Doyle» και επιβλέπουσα τη Δρ.Ιω.Τσίγκανου, δ/ντρια Ερευνών στο ΕΚΚΕ. Ευτυχώς όλες οι διπλωματικές είναι αναρτημένες στον Πάνδημο και άρα προσβάσιμες.
Έτσι σήμερα προστίθεται ένα ακόμα «εναλλακτικό εγχείρημα» με το βιβλίο του Χρήστου Μαρκογιαννάκη που προσφέρει πολλά ερεθίσματα για εγκληματολογικό προβληματισμό αλλά κυρίως προσφέρει πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση, με ρυθμό και πλοκή που σίγουρα θα αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις σε κάθε αναγνώστη, ενώ στους συναδέλφους, τους καθηγητές του και γενικά τους παροικούντες την Εγκληματολογία θα δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά που μερικά τα απαντά ο ίδιος ο συγγραφέας ενώ άλλα θα πρέπει να τα απαντήσουμε εμείς από τον 5ο όροφο όχι μόνο της Νομικής αλλά και της Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
Εύχομαι καλή επιτυχία στον αγαπητό μου Χρήστο και σύντομα να δούμε και νέα βιβλία του αλλά και ένα πολύ ενδιαφέρον διδακτορικό.

Βρίσκεστε εδώ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ